Το διεθνές περιβάλλον

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που ανέδειξαν οι νέες γεωπολιτικές μεταβολές και η νέα μορφή παραγωγής που προσπαθεί να επιβληθεί, είναι η προσπάθεια να ανατραπεί το κοινωνικό κράτος στις νέες συνθήκες παγκοσμιοποίησης, όπου αυτό λειτουργούσε.
Η παγκοσμιοποίηση σήμερα, εκφράζεται από τους εμπνευστές της μόνο σαν ενοποίηση του κεφαλαίου, της συσσώρευσης και σε καμιά περίπτωση σαν βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και της ποιότητας ζωής.
Σήμερα, ανακατατάσσεται και ανακατανέμεται το παραγωγικό δυναμικό τόσο στη βιομηχανία όσο και σε πολλές υπηρεσίες. Διευρύνεται η αγορά η δυνατότητα των εμπορικών συναλλαγών, εντείνεται ο ανταγωνισμός, αυξάνεται η πίεση για άρση των εμποδίων και των προστασιών που περιόριζαν το εμπόριο, αλλά από την άλλη μεριά προστάτευαν τις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων στην Ευρώπη.
Η όλη διαδικασία αναπτύσσεται κάτω από την κυριαρχία, τις πρωτοβουλίες και τις απαιτήσεις των επιχειρήσεων, που από “απλές” πολυεθνικές εξελίσσονται σε παγκοσμιοποιημένα μεγαθήρια, με τη συμπαράσταση των κυρίαρχων κρατών που θεωρούν ότι έτσι θα αποκομίσουν και εθνικά οφέλη από αυτήν ή ότι θα μπορέσουν γενικότερα να ελέγξουν σε βάρος των άλλων τη διαδικασία και τις επιπτώσεις της, και βεβαίως με την διευκόλυνση που παρέχει η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας σε συγκεκριμένους τομείς, όπως οι μεταφορές, οι επικοινωνίες, η πληροφορική.
Η παγκοσμιοποίηση, προκαλεί ανακατατάξεις στους συσχετισμούς οικονομικής, εμπορικής, νομισματικής και τεχνολογικής ισχύος, αλλά και νέου τύπου αντιθέσεις και συμμαχίες.
Έτσι, όλο και περισσότερο αναπτύσσεται η ανάγκη πολιτικών απαντήσεων των αντιφάσεων και κρίσεων που παράγει και εγκυμονεί σε όλα τα επίπεδα.
Η όποια παρέμβαση για να έχει προοπτική δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και μαζική, να προέρχεται δηλαδή από την κοινή θέληση και απόφαση για δράση των εμπλεκομένων και όχι από τους απρόσωπους μηχανισμούς και τη λογική της αγοράς.
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση με δημοκρατικούς, κοινωνικούς και οικολογικούς όρους είναι η απάντηση των λαών της Ευρώπης στις μεγάλες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Η προοπτική αυτή περνάει και μέσα από την αμφισβήτηση και την αλλαγή των σημερινών προσανατολισμών της ΕΕ μέσα από την αμφισβήτηση και την αλλαγή του μονόπλευρου χαρακτήρα οικοδόμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από την ανατροπή των τάσεων που θέλουν την Ευρώπη να προσεγγίζει και να υιοθετεί το Αμερικανικό κοινωνικό μοντέλο.
Στην Ελλάδα σήμερα πρέπει να μπουν οι βάσεις για μια ανάπτυξη που δεν στηρίζεται στην απορύθμιση της αγοράς εργασίας, στη φτηνή εργασία, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων που δεν θα αναζητά την ανταγωνιστικότητα αποκλειστικά στο χαμηλό κόστος, που δεν θα στηρίζεται στην συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και στην άδικη φορολογία που δεν θα αποδέχεται τα υψηλά ποσοστά ανεργίας.
Από την άλλη μεριά, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα, την παγκοσμιότητα των νόσων, αποτέλεσμα της ανάπτυξης που επικράτησε μέχρι σήμερα.
Σήμερα στον κόσμο, οι κυριότερες νόσοι που καθορίζουν την παγκοσμιότητα στις ασθένειες παραμένουν τα αναπνευστικά νοσήματα, η διάρροια και τα περιγεννητικά προβλήματα. Ο κυριότερος παράγων κινδύνου στον αναπτυσσόμενο κόσμο παραμένει ο υποσιτισμός. Μετά ακολουθούν η έλλειψη νερού, οι κακές συνθήκες υγιεινής και η μη ασφαλής σεξουαλική συμπεριφορά. Κοιτώντας μπροστά, το νοσολογικό φάσμα θα αλλάξει. Οι τέσσερις μεγαλύτερες αιτίες στο μέλλον θα είναι τα καρδιαγγειακά, τα ατυχήματα, ο καρκίνος και οι εκφυλιστικές νόσοι όπως ο διαβήτης.
Η μεταβολή του νοσολογικού προτύπου θα έχει σαν συνέπεια την αύξηση του κόστους για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι οι χαμηλού και μεσαίου ΑΕΠ χώρες, μη μπορώντας να ανταποκριθούν να αντιμετωπίσουν πιθανότητες αύξησης της θνησιμότητας.
Παράλληλα παραμένουν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες και ανεπτυγμένες χώρες της δύσης τόσο στο νοσολογικό φάσμα όσο και στον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης των συστημάτων υγείας. Το ίδιο παραμένουν και οι διαφορές στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ανάμεσα στους φτωχούς και αποκλεισμένους των αναπτυγμένων χωρών.
Ο αιώνας που έφυγε ήταν ένας αιώνας με σημαντική πρόοδο στις δυνατότητες της ιατρικής και των υπηρεσιών υγείας. Ήταν όμως και ένας αιώνας διαφορετικότητας και αποκλεισμού την στιγμή που δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν μπόρεσαν να προσεγγίσουν και να χρησιμοποιήσουν αυτές τις υπηρεσίες. Το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που μπορούσαν να επιτευχθούν και αυτά που επιτεύχθηκαν ήταν μεγαλύτερο από ποτέ.
Οι σημερινές υπηρεσίες υγείας αποτελούν μια βαριά βιομηχανία που απορροφά το 9% του παγκόσμιου προϊόντος, περισσότερα από 2000 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο και σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό εργασίας εργάζονταν σε αυτές πάνω από 35 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Από αυτά μόνο το 10% πηγαίνουν για την υγεία στον αναπτυσσόμενο κόσμο που παρουσιάζει και τα περισσότερα προβλήματα. Ένα πέμπτο της ανθρωπότητας δεν έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, ενώ το 50% της ανθρωπότητας δεν έχει κανονική πρόσβαση σε όλα τα φάρμακα.
Η αύξηση των αναγκών των υπηρεσιών υγείας και η επιλογή του μοντέλου του νεοφιλελευθερισμού έφερε τους οικονομικούς περιορισμούς στα συστήματα υγείας. Οι κυβερνήσεις τώρα υποβαθμίζουν το δημόσιο τομέα οδηγούμενες όλο πιο μακρύτερα από την καθολική κάλυψη σε όλο το φάσμα της ζήτησης και σε όλο τον πληθυσμό. Σε πολλές χώρες οι φτωχοί ξοδεύουν όλο και περισσότερα από την τσέπη τους για τις υπηρεσίες υγείας. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερες ανισότητες και αποκλεισμούς και προάγει τη φτώχεια.
Αυτό δεν είναι μόνο ηθικό δίλημμα, αλλά οδηγεί και σε μείωση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Η αλληλεγγύη στο σύστημα υγείας των αναπτυγμένων χωρών ήταν και είναι μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κατακτήσεις του 20ου αιώνα.
Σήμερα παραμένει πολιτική μας προτεραιότητα η στήριξη του κοινωνικού κράτους όχι μόνο σαν προοπτική, αλλά μαζί με τον ΕΦΥ σαν στρατηγικού στόχου του νοσοκομειακού κινήματος.…

About the Author