|
ΕΠΙΠΕΔΟ
ΥΓΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Είναι γεγονός πως
το επίπεδο υγείας του Ελληνικού Λαού αλλά και του συστήματος υγείας
σύμφωνα και με τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ και ΠΟΥ είναι ικανοποιητικό αλλά
και το σύστημα αποτελεσματικό. Τα τελευταία χρόνια τόσο η βρεφική αλλά
και η μητρική θνησιμότητα έχουν σημαντικά βελτιωθεί, η μητρική μάλιστα
είναι καλλίτερη και από τις ΗΠΑ. Οι Έλληνες είναι από τους μακροβιότερους
λαούς και η πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας φτάνει στο 100%
χωρίς αποκλεισμούς. Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε η χρησιμοποίηση των
υπηρεσιών υγείας αναμενόμενη άλλωστε από την αστικοποίηση, χωρίς να
αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές για την Υγεία σε επίπεδο Ταμείων.
Η πολιτική στο χώρο της Υγείας που ακολουθήθηκε στην τελευταία 5ετία
(1995-2000) χαρακτηρίστηκε από αντιφάσεις και αμφιταλαντεύσεις που άφησαν
στάσιμο το Δημόσιο Τομέα και ανεξέλεγκτο τον Ιδιωτικό με κύριο γνώρισμα
εδώ την μείωση του εισοδήματος των ιδιωτών γιατρών και υπέρμετρη αύξηση
των κερδών ορισμένων κεφαλαιούχων οι οποίοι με το πέρασμα του χρόνου
επιβάλλουν κανόνες και μεθόδους που καμιά σχέση δεν έχουν με την προστασία
της Υγείας αλλά στοχεύουν στην μεγιστοποίηση κερδών και στην ελαχιστοποίηση
των ανταγωνιστών.
Η Κυβερνητική πολιτική στο χώρο της Υγείας χαρακτηρίζεται από 3 αντιφατικά
στοιχεία: έντονη νομοθετική παρέμβαση (Νόμοι για την Υγεία και την Κοινωνική
Πολιτική) Απόπειρες οικονομικών διευθετήσεων (Μισθολόγια αντιμετώπιση
οικονομικών χρεών Νοσοκομείων και Αναποτελεσματική προσπάθεια εκσυγχρονισμού
της Διοίκησης-Διαχείρισης-Οργάνωσης των Υπηρεσιών Υγείας).
Πιο συγκεκριμένα η κατάσταση στον χώρο της Δημόσιας Υγείας χαρακτηρίζεται
σήμερα από την γήρανση του ανθρώπινου δυναμικού, κυρίως λόγω δραματικού
περιορισμού των προσλήψεων σε κλάδους έντασης της εργασίας, όπως ο νοσηλευτικός,
άναρχη ανάπτυξη της υλικοτεχνικής υποδομής (Νέα Νοσοκομεία στην περιφέρεια
που δεν λειτουργούν ή υπολειτουργούν Λάρισα Θριάσιο κλπ) ανυπαρξία ανανέωσης
των παλαιών υποδομών στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα-Πειραιά-Θεσσαλονίκη),
αύξηση της παραοικονομίας και σπατάλη πόρων είτε δια της διαφυγής κεφαλαίου
από τον Δημόσιο στον Ιδιωτικό Τομέα είτε από την ανεξέλεγκτη κατανάλωση
Υπηρεσιών Υγείας.
Πάνω από όλα όμως χαρακτηρίζεται από την απουσία στρατηγικής των επενδύσεων
και οργάνωσης της προστασίας της Υγείας που συνθέτουν ουσιαστικά την
δομική υποβάθμιση των Υπηρεσιών Υγείας. Χαρακτηριστικό αυτής της δομικής
υποβάθμισης είναι:
1. Η έλλειψη προσωπικού και ο περιορισμός των προσλήψεων για πολλά χρόνια
δημιουργεί ένα νέο φαινόμενο αυτό της διακοπής της συνέχειας της γνώσης.
2. Η έλλειψη οργάνωσης και τεκμηρίωσης της εργασίας με κύριο χαρακτηριστικό
την ανυπαρξία στρατηγικής συνεχούς εκπαίδευσης των εργαζομένων στο χώρο
της Υγείας.
3. Η έλλειψη κανόνων, αρχών και η άμβλυνση αξιών δημιουργούν στρέβλωση
της συμπεριφοράς υποβάθμιση της ποιότητας και κατασπατάληση πόρων στις
Υπηρεσίες Υγείας.
Αντίθετα η επικράτηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς ως μοναδικού
κριτηρίου που συγκεκριμενοποιείται στην ικανοποίηση του καταναλωτή-αγοραστή
υπηρεσιών υγείας και όχι στην ικανοποίηση των απαιτήσεων περίθαλψης
και προστασίας του πολίτη επιβάλλει μια επικίνδυνη νοοτροπία που δυναμιτίζει
το ίδιο το σύστημα ασφάλισης της χώρας.
4. Η σπασμωδική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος απλά μεταθέτει
το χρονικό όριο της έκρηξης χωρίς να δίνει ουσιαστικά απάντηση στα μείζονα
ζητήματα όπως της γήρανσης του πληθυσμού της αύξησης της ανεργίας, της
λαθραίας εργασίας, της εισφοροδιαφυγής. Εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε
την καταλήστευση πόρων των ασφαλιστικών ταμείων από την παραοικονομία
και την προκλητή ζήτηση και την κατάρρευση του μύθου της ιδιωτικής ασφάλισης
τόσο για την περίθαλψη όσο και για την σύνταξη.
5. Η έλλειψη στρατηγικής όσον αφορά την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού
(γιατροί-νοσηλευτές-στελέχη διοίκησης) που οδηγεί είτε σε υπερπαραγωγή
όπως στον ιατρικό κλάδο είτε σε σοβαρές ελλείψεις όπως στον Νοσηλευτικό
και Διοικητικό. Παράλληλα η διατήρηση στεγανών και προνομίων κυρίως
από τον Πανεπιστημιακό χώρο δημιουργεί κλίμα αντιπαράθεσης και έκπτωσης
της Ακαδημαϊκής συνείδησης όρος απαραίτητος για την λειτουργία της επιστημονικής
κοινότητας και την αποδοχή της ως θεσμό από την κοινωνία.
|